Αγάπη είναι να δίνεις αυτό που δεν έχεις.
Ο αρχαιοελληνικός έρωτας μας επιτρέπει να διακρίνουμε στην ερωτική σχέση τους δύο αδιαφοροποίητους εταίρους: τον εραστή και τον ερώμενο. Ό,τι εκτυλίσσεται στο Συμπόσιο μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε τις δύο αυτές λειτουργίες ως τέτοιες μέσα στην αναλυτική εμπειρία. Θα δούμε να εμφανίζεται ξεκάθαρα ο εραστής ως το υποκείμενο της επιθυμίας κι ο ερώμενος ως αυτός που στο εν λόγω ζεύγος είναι ο μόνος που έχει κάτι. Το ζήτημα είναι να μάθουμε εάν αυτό που έχει, διατηρεί κάποια σχέση με αυτό που στον άλλο, στο υποκείμενο της επιθυμίας, λείπει.
Το ζήτημα των σχέσεων της επιθυμίας με αυτό που την καθηλώνει μέσα από την οδό της ανάλυσης των επιπτώσεων της γλώσσας στο υποκείμενο μας επιτρέπει να συλλάβουμε τη στιγμή της ανατροπής, της αναστροφής, όπου από τη σύζευξη της επιθυμίας με το αντικείμενό της οφείλει να αναδυθεί αυτή η σημασία που καλείται έρωτας, αγάπη, μας λέει ο Λακάν (1960/2020). Μέσα από αυτή την άρθρωση και τις προϋποθέσεις που αυτή εμπεριέχει στο επίπεδο του Συμβολικού, του Φαντασιακού και του Πραγματικού θα προσπαθήσουμε να συλλάβουμε αυτό το παράξενο -λόγω του αυτοματισμού του- φαινόμενο υποκειμενικότητας και διυποκειμενικότητας που αποκαλείται μεταβίβαση, και να τη συγκρίνουμε με την αγάπη, υπολογίζοντας το μερίδιο της πλάνης ή της αλήθειας που του αντιστοιχεί. Επομένως, θα εξετάσουμε την προβληματική της αγάπης /έρωτα στο βαθμό που θα μας επιτρέψει να αντιληφθούμε τι συμβαίνει στη μεταβίβαση.
Το είναι του άλλου: ένα αντικείμενο;
Ο Λακάν θεωρεί ότι, σε όποιο στάδιο της πορείας του κι αν βρίσκεται ένας αναλυτής, κάτι πρέπει να είναι παρόν, το οποίο να μπορεί να τον αιφνιδιάσει, να τον καταλάβει εξαπίνης, να τον εκπλήξει. «Μήπως δε σας έχει κάνει εντύπωση -σε κάποια φάση της ζωής σας- ότι από αυτό που δώσατε στους πιο οικείους σας ανθρώπους κάτι λείπει; Και όχι μόνο κάτι να λείπει αλλά να ακυρώνει αμετάκλητα τη συνάντησή σας με αυτούς τους ανθρώπους. Περί τίνος πρόκειται;» ρωτάει ρητορικά ο Λακάν, και συνεχίζει «το γεγονός ότι είστε αναλυτές σας επιτρέπει να το καταλάβετε. Με τους οικείους σας, τους αγαπημένους, δεν κάνατε τίποτε παραπάνω από το να περιστρέφεστε γύρω από την φαντασίωση (σας) και την ικανοποίησή της. Τα χρώματα και οι εικόνες της φαντασίωσης υποκατέστησαν, σας θάμπωσαν» τονίζει ο Λακάν «κι έτσι δε συναντήσατε το Είναι τους, το αληθινό τους Είναι, όπως δε συναντήσατε και το δικό σας, όσο κι αν προσπαθείτε να το φτάσετε διαμέσου των οδών της επιθυμίας, έστω κι αν είναι εσαεί χαμένο. Όμως, λόγω της ιδιότητάς σας ως αναλυτές γνωρίζετε ότι αυτό το Είναι που και εσείς λίγο πολύ το χάσατε, το χάσατε επειδή δεν το θελήσατε, αναδεικνύοντας ότι όλους αυτούς τους πολύ οικείους θα τους είχατε δώσει τιμή, αγάπη, θα τους είχατε αγαπήσει τουλάχιστον όπως τον εαυτό σας, μόνο που δεν αγαπάτε τον εαυτό σας αρκετά» υπογραμμίζει (Λακάν, 1960/2020, σ. 51). Η σχέση λοιπόν με τον όμοιο (όσο ουδετεροποιημένη κι αν μοιάζει) τι σχέση είναι; το είναι του άλλου είναι ένα αντικείμενο; Κι εκεί ακριβώς τίθεται σε αναλογία το ζήτημα για έναν αναλυτή. Δηλαδή ποια είναι η σχέση του αναλυτή με το Είναι του αναλυόμενου; Ξέρουμε καλά ότι περί αυτού πρόκειται στην ανάλυση, καταλήγοντας σε ένα θεμελιακό ερώτημα: « η πρόσβασή μας (των αναλυτών) σε αυτό το Είναι (του αναλυόμενου) είναι ή δεν είναι αυτή της αγάπης;» (Λακάν, 1960/2020, σ. 51). Με αυτόν τον τρόπο, μας καλεί να διερευνήσουμε τη φύση της αγάπης μέσα από μια μεταφορά της αγάπης που εμφιλοχωρεί στο Συμπόσιο.
Οὐκ οἶδε – ο ασυνείδητος Άλλος
Στη συνέχεια, θα προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τη σχέση αναλυόμενου- αναλυτή όπως αυτή διαφαίνεται μέσα από τις εκδηλώσεις της μεταβίβασης. Αυτός που έρχεται λοιπόν να συναντήσει κάποιον αναλυτή, υποθέτει καταρχήν ότι δεν ξέρει τι έχει, τι του συμβαίνει, και ήδη εδώ ενέχεται πλήρως το ασυνείδητο, το θεμελιώδες οὐκ οἶδε. Και από εκεί ξεκινάει να χτίζεται η γέφυρα με όλη την παράδοση του γνώθι σαυτόν.
Σύμφωνα με τον Φρόιντ, ακολουθώντας τις ατραπούς μιας ανάλυσης αυτό που θα βρει τελικά, αυτό που θα μάθει, δεν είναι τίποτε άλλο από μια έλλειψη. Είτε την ονομάσουμε ευνουχισμό, είτε φθόνο του πέους, αυτή η έλλειψη αποτελεί ένα σημείο, μια μεταφορά. Άρα το υποκείμενο έρχεται για να διερευνήσει αυτό που πραγματικά έχει μέσα του, αυτό που ζητάει να βγει, να καλλιεργηθεί, ενώ στο τέλος της ανάλυσης προσκρούει σε αυτή την έλλειψη, αναδεικνύοντας ήδη εδώ κάτι το διφορούμενο. Έτσι, εκ πρώτης όψεως όλη αυτή η διαδρομή -έναρξη, εμπειρία, τερματισμός- ίσως έχει κάτι το απογοητευτικό. Ωστόσο δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι όλη η σύσταση μιας ανάλυσης εγγράφεται εκεί. Εγγράφεται δηλαδή στην αποκάλυψη αυτής της διάστασης που ονομάζεται ασυνείδητος Άλλος.
Το πρόβλημα του έρωτα και η σημασία της αγάπης
Επανερχόμαστε λοιπόν στα δυο αρχικά σημαίνοντα με τα οποία ξεκινήσαμε. Ο εραστής και ο ερώμενος. Υπενθυμίζοντας ξανά ότι ο εραστής είναι αυτός που αγαπάει και ο ερώμενος είναι αυτός που αγαπιέται. Μπορούμε να το δούμε αμέσως, μας λέει ο Λακάν, ότι αυτό που χαρακτηρίζει τον εραστή δεν είναι στην ουσία αυτό που λείπει; Χωρίς να ξέρει τι του λείπει, με αυτό τον ιδιαίτερο τόνο αγνωσίας, που είναι ο τόνος του ασυνειδήτου. Και από την άλλη, ο ερώμενος. Το αντικείμενο της αγάπης. Μήπως δεν είναι πάντοτε εκείνος που δεν ξέρει τι έχει, τι έχει κρυμμένο, πράγμα που αποτελεί και τη γοητεία του; Άρα, ούτε και ο ερώμενος ξέρει, με την ειδοποιό διαφορά ότι αυτός δεν ξέρει τι είναι αυτό που έχει. Παρατηρούμε λοιπόν ότι μεταξύ αυτών των δύο όρων στην ουσία δεν υπάρχει καμία σύμπτωση. Αυτό που λείπει στον ένα δεν είναι αυτό που έχει ο άλλος. Και εδώ ακριβώς, τονίζει ο Λακάν, έγκειται όλο το πρόβλημα του έρωτα.
«Δεν έχει σημασία αν το γνωρίζουμε ή όχι. Όταν πρόκειται για το φαινόμενο του έρωτα, συναντούμε σε κάθε μας βήμα τον σπαραγμό, τη διχόνοια που εμπεριέχει. Αρκεί να είναι κανείς μέσα στο παιχνίδι, να αγαπάει, να είναι ερωτευμένος, για να αιχμαλωτιστεί σε αυτό το χάσμα, σε αυτή τη διχόνοια. Η αγάπη λοιπόν, ο έρωτας, είναι μια μεταφορά, υπό την προϋπόθεση ότι έχουμε μάθει να αρθρώνουμε τη μεταφορά ως υποκατάσταση. Η σημασία της αγάπης προκύπτει από τη στιγμή που η λειτουργία του εραστή, εκείνου που αγαπά, εκείνου που κάτι θέλει (εφόσον είναι το υποκείμενο της έλλειψης) έρχεται στη θέση, υποκαθιστά τη λειτουργία του ερώμενου, δηλαδή του αντικειμένου της αγάπης. Εισάγοντας έτσι στους δυο όρους -κατά μία έννοια- έναν τρίτο, αυτόν της επιθυμίας, διοχετεύοντας έτσι την επιθυμία και στον ερώμενο, στον βαθμό που είναι αυτός που επιθυμείται».
Φαίδρος – πατήρ του λόγου
Είναι το Συμπόσιο ένας ύμνος στον έρωτα; Είναι εγκώμιον; Είναι επαίνεσις;
Ο Λακάν, σχολιάζοντας το Συμπόσιο, αναφέρεται στην κεφαλαιώδη σημασία που είχε η είσοδος του Αλκιβιάδη, κι έπειτα περνάει στο λόγο του Φαίδρου, αναδεικνύοντας το γεγονός ότι εκείνος έθεσε το θέμα, εκείνος είναι ο πατήρ του λόγου, ο πατέρας του θέματος. Ο Φαίδρος παρουσιάζει τον έρωτα λέγοντας ότι είναι μέγας θεός, αναφερόμενος στον Ησίοδο και τον Παρμενίδη και στη γενεαλογία των θεών, κάτι που ο Λακάν μας υπενθυμίζει ότι είναι σημαντικό. Και είναι σημαντικό, γιατί μας ενδιαφέρει πού τοποθετούνται οι θεοί σε σχέση με το Συμβολικό, το Φαντασιακό και το Πραγματικό. Για τον Φαίδρο λοιπόν, ο έρωτας ήταν ένας μεγάλος θεός, σχεδόν ο αρχαιότερος όλων, γεννημένος αμέσως μετά το Χάος, όπως λέει ο Ησίοδος. Για τον Φαίδρο, το να μιλάς για τον έρωτα σημαίνει να μιλάς για θεολογία. Είναι σημαντικό, τονίζει ο Λακάν, ότι αυτή η ομιλία έχει μια τέτοια εισαγωγή, μια που για πολύ κόσμο και ακριβώς στη χριστιανική παράδοση, το να μιλάμε για αγάπη σημαίνει να μιλάμε για θεολογία. Εάν λοιπόν έχουμε πειστεί, συνεχίζει ο Λακάν, ότι οι θεοί ανήκουν στο Πραγματικό, ότι είναι ένας τρόπος αποκάλυψης του Πραγματικού, αυτές οι αποκαλύψεις που ο άνθρωπος ως τώρα συναντούσε και τον μετατόπιζαν (ακουμπώντας σε μεταφυσικές ερμηνευτικές) θα τις αναζητήσει τώρα στον Λόγο και τις πρακτικές του, δηλαδή στο πλέγμα του Συμβολικού, δηλαδή στο επίπεδο μιας σημαίνουσας συμβολικής άρθρωσης.
Ο έρωτας ως αρχή της ύστατης θυσίας
«Οι συνέπειες της αγάπης είναι εξέχουσες στο επίπεδό τους, χάρη στην αξία που αποκαλύπτουν». Ξαναβρίσκουμε εδώ, μας λέει ο Λακάν, ένα θέμα και μια ρητορική που αναπτύχθηκε σχετικά, τον έρωτα ως δεσμό που καμία ανθρώπινη προσπάθεια δεν μπορεί να καταλύσει. Ένας στρατός από ερώμενους και εραστές (η υπολανθάνουσα κλασική απεικόνιση είναι η περίφημη λεγεώνα της Θήβας) θα ήταν αήττητος, εφόσον ο ερώμενος για τον εραστή, όπως κι ο εραστής για τον ερώμενο, είναι κατεξοχήν ικανοί να αντιπροσωπεύσουν την ύψιστη ηθική αυθεντία, ενώπιον της οποίας δεν υποχωρεί κανείς, ενώπιον της οποίας δεν μπορεί κανείς να ατιμαστεί. Αυτή η αντίληψη καταλήγει στη μέγιστη ακρότητα, στον έρωτα ως αρχή της ύστατης θυσίας.
«Δεν μπορεί να μη μας ενδιαφέρει εδώ» υπενθυμίζει ο Λακάν «το γεγονός ότι εμφανίζεται εδώ η εικόνα της Άλκηστης. Ο βασιλιάς Άδμητος είναι ένας ευτυχής άνθρωπος, ο οποίος όμως δέχεται ξαφνικά το κάλεσμα του θανάτου. Η Άλκηστη, η ενσάρκωση του έρωτα, είναι η μόνη, η μόνη από όλο το συγγενικό περιβάλλον -και όχι οι ηλικιωμένοι γονείς του βασιλιά, παρότι τους απομένει πιθανότατα ελάχιστος χρόνος ζωής, ούτε οι φίλοι, ούτε και τα παιδιά , η μόνη- η μόνη που αναλαμβάνει να πεθάνει στη θέση του. Και αυτή της η πράξη θα δώσει σημασία σε ό,τι ακολουθεί. Δύο παραδείγματα πράγματι διαδέχονται αυτό της Άλκηστης. Το πρώτο αναφέρεται στον Ορφέα, ο οποίος αναζητώντας τη γυναίκα του, την Ευρυδίκη, κατάφερε να κατέβει στον Άδη». «Όπως γνωρίζετε, συνεχίζει ο Λακάν, επέστρεψε άπρακτος λόγω του λάθους που έκανε να κοιτάξει πίσω του πριν από την επιτρεπόμενη στιγμή λόγω της βιασύνης του να δει την Ευρυδίκη».
Το άλλο παράδειγμα είναι του Αχιλλέα με τον Πάτροκλο. Αυτό το μυθικό θέμα έχει αναπαραχθεί σε πληθώρα μύθων και άλλων πολιτισμών πέραν του ελληνικού. Ακολουθώντας τα λόγια του Φαίδρου, μας λέει ότι αυτό που έκανε ο Ορφέας δεν άρεσε καθόλου στους θεούς. Οι θεοί δεν του φανέρωσαν μια πραγματική γυναίκα, αλλά ένα φάντασμα. Αυτό απηχεί επαρκώς την τοποθέτηση με την οποία ξεκινήσαμε, δηλαδή τη σχέση ως προς τον άλλο, τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο αντικείμενο του έρωτά μας -στο βαθμό που περιβάλλεται από τις φαντασιώσεις μας- και στο Είναι του άλλου, στο μέτρο που ο έρωτας διερωτάται εάν μπορεί να το φτάσει. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Φαίδρου, εδώ βλέπουμε την Άλκηστη πράγματι να υποκαθιστά στον θάνατο αυτό το Είναι του άλλου. Η υποκατάσταση, η μεταφορά στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως, πραγματοποιείται κυριολεκτικά στην περίπτωση αυτή. Η Άλκηστη παίρνει όντως τη θέση του Άδμητου.
Το ρήμα ὑπέρ ἀποθανεῖν χρησιμοποιείται στο κείμενο για να φανεί η διαφορά που υπάρχει μεταξύ των πράξεων της Άλκηστης και του Αχιλλέα. Γιατί και στις δυο αυτές περιπτώσεις έχουμε μια θυσία της ζωής του εαυτού. Στην Άλκηστη όμως χρησιμοποιείται το ρήμα ὑπέρ ἀποθανεῖν, το οποίο σημαίνει ότι πεθαίνω προκειμένου ο άλλος –ένα έμβιο ον- να ζήσει, να συνεχίζει να ζει. Η Άλκηστη παίρνει όντως τη θέση του Άδμητου. Έχοντας αποκλείσει τον Ορφέα από αυτόν τον «διαγωνισμό» για τα πρωτεία του έρωτα, αυτή η διατύπωση χρησιμοποιήθηκε για να φανεί η ειδοποιός διαφορά που υπάρχει μεταξύ των πράξεων της Άλκηστης και του Αχιλλέα. Στην περίπτωση του Αχιλλέα, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο Αχιλλέας επιλέγει το ἐπ᾽ ἀποθανεῖν. Είναι αυτός που ακολουθεί. Ακολουθεί τον Πάτροκλο στο θάνατο. Θυσιάζεται δηλαδή, θυσιάζει τη ζωή του, για κάποιον που είναι ήδη νεκρός, δηλαδή ο απόλυτος έρωτας. Ο έρωτας για τον έρωτα, η ενσάρκωση δηλαδή του θεού έρωτα. Αυτή η επιλογή θεωρείται εξίσου αποφασιστική με τη θυσία της Άλκηστης. Η επιλογή της Μοίρας δηλαδή, του πεπρωμένου, έχει την ίδια αξία με αυτή της υποκατάστασης ενός Είναι από ένα άλλο Είναι.
«Το σημαντικό είναι ότι ο Φαίδρος αναπτύσσει μακροσκελείς συλλογισμούς σχετικά με την αμοιβαία στάση του Αχιλλέα και του Πατρόκλου στον ερωτικό τους δεσμό. Μη φανταστείτε ότι ο Πάτροκλος ήταν, όπως νομίζουμε, ο ερώμενος. Προκύπτει -μας λέει ο Φαίδρος- από μια προσεκτική εξέταση των χαρακτηριστικών τους ότι ο ερώμενος δε θα μπορούσε να είναι παρά μόνο ο Αχιλλέας που ήταν πολύ πιο νέος και αγένειος (παράμετρος που επανέρχεται διαρκώς ως προσδιοριστική βαθμίδα του πότε θα είναι ερωτεύσιμοι, πριν από τη γενειάδα ή μετά). Ο Αχιλλέας λοιπόν δεν είχε γενειάδα και γι’ αυτόν τον λόγο εκείνος ήταν ο ερώμενος. Ο Πάτροκλος ήταν κάπου δέκα χρόνια μεγαλύτερος και από τη μελέτη των κειμένων προκύπτει ότι αυτός ήταν ο εραστής» μας λέει ο Λακάν.
Εφόσον λοιπόν ο Φαίδρος αντιπαραβάλλει ρητά τον Αχιλλέα με την Άλκηστη, εφόσον το ζύγι που μετράει την τιμή που αποδίδουν οι θεοί στην αγάπη του ενός και του άλλου κλίνει προς τον Αχιλλέα, αυτό σημαίνει ότι η Άλκηστη ήταν στη θέση του εραστή. Η θυσία του Αχιλλέα καθίσταται περισσότερο αξιοθαύμαστη ακριβώς επειδή βρισκόταν στη θέση του ερώμενου. «Με άλλα λόγια όλος ο θεολογικός λόγος του Φαίδρου επισημαίνει ότι προς εκεί οδεύει, ό,τι προηγουμένως αποκάλεσα σημασία του έρωτα» μας λέει ο Λακάν. Η πιο συναρπαστική εμφάνιση του έρωτα, η πιο αξιοσημείωτη, η πιο καθιερωμένη και τιμημένη από τους θεούς, βασίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι ένας ερώμενος συμπεριφέρεται σαν εραστής, αναδεικνύοντας έτσι τη διάσταση της υποκατάστασης. Σε αυτό το σημείο ο Λακάν εισάγει ένα πρακτικό σημείο, ότι στο ερωτικό ζεύγος η ενεργητικότητα βρίσκεται τελικά από τη μεριά του εραστή. Μέσα από αυτή την επισήμανση και με γνώμονα το ζεύγος Άλκηστη-Άδμητος, μέσα στο ετερόφυλο εν προκειμένω ζεύγος, η έλλειψη όπως λέμε, και ταυτόχρονα η ενεργητικότητα βρίσκεται από τη μεριά της γυναίκας. Σε αυτό το επίπεδο φαίνεται ξεκάθαρα ότι η αποσύνδεση του ενεργητικού και του ισχυρού, είναι καταλυτικής σημασίας. «Ήταν όμως σημαντικό να το επισημάνουμε τη στιγμή που απεικονίζεται τόσο φανερά στο παράδειγμα του Αχιλλέα και του Πατρόκλου. Το να πιστεύουμε ότι ο ισχυρός ταυτίζεται με τον ενεργητικό και ότι ο Αχιλλέας δεν ήταν ο ερώμενος επειδή ήταν φανερά πιο ισχυρός από τον Πάτροκλο, αποτελεί πλάνη» (Λακάν, 1960/2020, σ.64).
Έτσι, συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι όταν επικαλούμαστε τον όρο διυποκειμενικότητα τονίζουμε ότι σε αυτό τον άλλο πρέπει να αναγνωρίζουμε ένα υποκείμενο σαν κι εμάς, και προς αυτή την κατεύθυνση βρίσκεται η ουσία της πρόσβασης στο Είναι του άλλου. Προσδιορίζοντας τον προσανατολισμό μας στο κείμενο του Φαίδρου υπάρχει μια αντιδιαστολή του ρήματος ἐπ᾽ ἀποθανεῖν με το ρήμα ὑπέρ ἀποθανεῖν, δίνοντας έμφαση στο γεγονός ότι ο Αχιλλέας από ερώμενος μεταμορφώνεται σε εραστή. Δηλώνεται επίσης στο κείμενο καθαρά ότι η Άλκηστη θυσιάζεται για τον σύζυγό της ως εραστής, και η εκδήλωση αυτή του έρωτα είναι λιγότερο ριζική, απόλυτη, λαμπρή, από την αλλαγή ρόλου και λειτουργίας που παρατηρείται στην περίπτωση του Αχιλλέα, όταν από ερώμενος μεταμορφώνεται σε εραστή. Και αυτό ακριβώς είναι που ονομάζουμε με τη διατύπωση μεταφορά, υποκατάσταση. Υποκατάσταση του ερώμενου από τον εραστή. Αυτή η μεταφορά γεννά τη σημασία του έρωτα. Και αυτή η μεταφορά, αυτή η υποκατάσταση της επιθυμίας του ενός από τον άλλο μέσα στο αναλυτικό πλαίσιο είναι που γεννά τη σημασία της αναλυτικής εμπειρίας. Μια πρακτική, με επιτελέσματα υποκατάστασης ρόλων και κατά συνέπεια λειτουργιών, μέσα από τη μεταφορά του έρωτα.