Δημοσιεύσεις
Εργαστήριο: «Το βλέμμα στην Ψυχανάλυση»Εισηγήτρια: Ντόρα ΠερτέσηΚέντρο Ψυχαναλυτικών Ερευνών
The Dream featured image

Πηγή: Wikimedia Commons

Σχόλιο στο φροϋδικό άρθρο:Η ψυχογενής διαταραχή της όρασης κατά την ψυχαναλυτική αντίληψη

Είμαι τυφλός

Ο Φρόιντ ξεκινάει, προσπαθώντας να μας δείξει ποιες μεταβολές γνώρισε η αντίληψή μας ως προς τη γένεση τέτοιων παθήσεων, υπό την επιρροή της ψυχαναλυτικής έρευνας. Μέσα από την παραδοχή ότι, πρότυπο της ψυχογενούς διαταραχής της όρασης θεωρείται η υστερική τύφλωση, ανατέμνει τους μηχανισμούς που την ενεργοποιούν, καθιστώντας σαφές ότι στον υστερικό η παράσταση του είμαι τυφλός είναι τόσο ισχυρή, ώστε να μετατρέπεται σε δραστική πραγματικότητα, παραλληλίζοντας το φαινόμενο με τις δυναμικές της ύπνωσης, υποβολής και αυθυποβολής.

Πότε όμως και υπό ποιες συνθήκες μπορεί μια παράσταση να γίνει τόσο ισχυρή ώστε να στελεχώνεται ως δραστική πραγματικότητα; Εμπεριστατωμένες έρευνες δίδαξαν ότι η προσφυγή στο ασυνείδητο καθίσταται απαραίτητη προκειμένου να το απαντήσουμε, μας λέει. Μέσα από πρακτικές δοκιμές, συνεχίζει, έχει διαπιστωθεί ότι οι υστερικά τυφλοί ασθενείς, βλέπουν κατά μια έννοια, αλλά όχι εν πλήρη έννοια. Επεξηγώντας μας περιγράφει πως τα ερεθίσματα του τυφλού οφθαλμού μπορούν για παράδειγμα να εγείρουν συναισθήματα, μολονότι αυτά δεν καθίστανται συνειδητά. Συνεπώς, είναι τυφλοί μόνο για τη συνείδηση. Στο ασυνείδητο βλέπουν.

Πώς μπορεί όμως να λαμβάνει χώρα ένα τέτοιο φαινόμενο και με τι όρους;

Στο ερώτημα αυτό, η έρευνα των Γάλλων απαντάει με την έννοια της διάσχισης, περιγράφοντας το φαινόμενο ως τη διάλυση της συνοχής στο ψυχικό γίγνεσθαι, με αποτέλεσμα ασυνείδητα γεγονότα να μην περνούν στο συνειδητό, τονίζοντας ότι, στους ασθενείς με προδιάθεση υστερίας υπάρχει εκ των προτέρων η ροπή προς τέτοια φαινόμενα.

Κατά συνέπεια, θα τονίσει, η μερική τύφλωση των υστερικών δεν οφείλεται στην αυθυποβαλλόμενη παράσταση, αλλά στη διάσχιση. Η παράστασή τους δηλαδή, της μη όρασης, είναι η δικαιολογημένη εκδήλωση της ψυχικότητας των πραγμάτων. Όχι η αιτία της.

Η ψυχανάλυση δέχεται και αυτή, συνεχίζει, τις υποθέσεις για τη διάσχιση και το ασυνείδητο. Εγκαθιστά όμως μια διαφορετική σχέση μεταξύ τους, η οποία καθιστά την ψυχική ζωή αναγώγιμη σε δυναμικές που αλληλο-ενισχύονται και αλληλο-αναστέλλονται. Έτσι αν κάποια ομάδα παραστάσεων παραμένει στο ασυνείδητο, αυτό οφείλεται πιθανότατα στην ενεργητική εξέγερση μιας άλλης ομάδας παραστάσεων, η οποία προκάλεσε την απομόνωση και συνεπώς, την ασυνειδητότητα της πρώτης. Ονομάζει το φαινόμενο αυτό Απώθηση και αποδεικνύει την καθοριστική σπουδαιότητα των απωθήσεων στην ψυχική μας ζωή. Η απώθηση δεν συμβαίνει πάντοτε επιτυχώς, και η αποτυχία της αποτελεί προαπαιτούμενο για τον σχηματισμό συμπτωμάτων.

Εάν λοιπόν, η ψυχογενής διαταραχή της όρασης, εδράζεται σε αυτό το φαινόμενο, όπου παραστάσεις συναφείς με την όραση παραμένουν αποχωρισμένες από το συνειδητό, αποδεχόμενες ότι ήρθαν σε αντίθεση με άλλες ισχυρότερες (για τις οποίες χρησιμοποιούμε με διαφορετική κάθε φορά έννοια τον γενικό όρο Εγώ) και αυτό είχε ως αποτέλεσμα να απωθηθούν και να παραμείνουν αποχωρισμένες από το συνειδητό.

Όμως, πώς προκύπτει μια τέτοια αντίθεση (ανάμεσα στο Εγώ και μεμονωμένες παραστάσεις) που να εξωθεί στην απώθηση;

Αντιλαμβανόμαστε βέβαια, συνεχίζει ο Φρόιντ, ότι ένα τέτοιου είδους ερώτημα, δεν υφίστατο πριν από την ψυχανάλυση, καθότι πρωτύτερα δεν γνωρίζαμε τίποτα σχετικά με την ψυχική σύγκρουση και την απώθηση.

Τα συμπτώματα των νευρώσεων

Η σημασία των ενορμήσεων για την παραστασιακή ζωή είναι καθοριστική, μας λέει ο Φρόιντ. Κάθε ενόρμηση προσπαθεί να κατισχύσει, φορτίζοντας τις παραστάσεις που συνάδουν με τους σκοπούς της. Συνήθως οι ενορμήσεις δεν συμβιβάζονται μεταξύ τους, καταλήγοντας σε σύγκρουση συμφερόντων. Σπουδαία σημασία έχει, συνεχίζει, η αδιαμφισβήτητη αντίθεση ανάμεσα στις ενορμήσεις που υπηρετούν την επίτευξη της σεξουαλικής ευχαρίστησης, και σε αυτές που σκοπό τους έχουν την αυτοσυντήρηση του ατόμου, τις ενορμήσεις του Εγώ.

Παρατηρώντας τη σεξουαλική ενόρμηση και μελετώντς την εξέλιξή της, από τις πρώτες εκδηλώσεις της στο παιδί, βρήκαμε ότι απαρτίζεται από πολλές μερικές ενορμήσεις, καταλήγει. Αυτές συνδέονται με τη διέγερση περιοχών του σώματος και διέπονται από περίπλοκες διεργασίες πριν να μπορέσουν να υπαχθούν με κατάλληλο τρόπο στην αναπαραγωγική διαδικασία. Είναι αναγκαίο να καταπιεστούν, να περισταλούν, να αναπλασθούν, να κατευθυνθούν σε υψηλότερους σκοπούς, έτσι ώστε να εγκαθιδρυθούν οι πολιτιστικές ψυχικές κατασκευές. Το Εγώ ως ρυθμιστική αρχή και φορέας διευθέτησης του πολιτιστικού αιτήματος, απειλείται από τις διεκδικήσεις των σεξουαλικών ενορμήσεων και αμύνεται απέναντί τους μέσω των απωθήσεων, οι οποίες δεν είναι πάντοτε επιτυχείς. Αυτό έχει ως συνέπεια υποκατάστατους σχηματισμούς του απωθημένου και ενοχλητικούς αντιδραστικούς μηχανισμούς του Εγώ. Αυτές οι δύο τάξεις φαινομένων στοιχειοθετούν τα λεγόμενα συμπτώματα των νευρώσεων.

Υπηρέτης δύο αφεντάδων

Η σεξουαλική ευχαρίστηση δε συνδέεται μόνο με τη λειτουργία των γεννητικών οργάνων. Το στόμα χρησιμεύει για το φιλί, όσο και για το φαγητό και την ομιλία. Το μάτι αντιστοίχως. Κάθε όργανο προικισμένο με τη διπλή αυτή λειτουργία, αναγκαστικά, όσο πιο στενή σχέση αναπτύσσει με μια από τις μεγάλες ενορμήσεις, τόσο περισσότερο αδυνατεί να υπηρετήσει την άλλη. Στην περίπτωση που οι δύο βασικές λειτουργίες είναι αποσυνδεμένες, εάν δηλαδή διατηρείται εκ μέρους του εγώ μια απώθηση σε σχέση με την προκειμένη σεξουαλική ενόρμηση, τότε οπωσδήποτε έχουμε παθολογικές συνέπειες, σύμφωνα με τον Φρόιντ.

Η εφαρμογή αυτής της αρχής στο μάτι και την όραση αποδεικνύεται εύκολη. Εάν η μερική σεξουαλική ενόρμηση του βλέμματος, η σεξουαλική ευχαρίστηση του βλέπω, έχει τραβήξει επάνω της (λόγω των υπερβολικών απαιτήσεων) την αντεπίθεση των ενορμήσεων του Εγώ, τότε αναχαιτίζουν διαμέσου της απώθησης την αντίπαλη ενορμητική τάση και παραμένουν μακριά από το συνειδητό. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα η σχέση του ματιού και της όρασης, με το Εγώ και τη συνείδηση, να διαταραχθεί. Το Εγώ έχει πλέον χάσει την κυριαρχία του στο όργανο, το οποίο τίθεται πλέον στη διάθεση της απωθημένης σεξουαλικής ενόρμησης. Ως αποτέλεσμα, συνεχίζει ο Φρόιντ, η απώθηση ωθείται στα άκρα, το Εγώ δε θέλει πλέον να βλέπει απολύτως τίποτα. Ακόμη πιο εύστοχη όμως είναι η απόδοση ενεργού ρόλου στην απωθημένη ευχαρίστηση του «βλέπω». Έτσι, η απωθημένη ενόρμηση, μένοντας στο περιθώριο κάθε μεταγενέστερης ψυχικής ανάπτυξης, είναι πλέον σε θέση να ενισχύσει την κυριαρχία της στο υπόδουλο όργανο. Άρα, η απώλεια της ενσυνείδητης κυριαρχίας στο όργανο είναι ο επιζήμιος υποκατάστατος σχηματισμός (στη θέση της αποτυχημένης απώθησης που κατέστη δυνατή με αυτό το τίμημα). Για το μάτι λοιπόν, μας λέει ο Φρόιντ, και την εμφάνιση της ψυχογενούς διαταραχής της όρασης, είναι σαν να αναδύθηκε στο άτομο μια τιμωρητική φωνή, που είπε: «αφού θέλησες να καταχραστείς το όργανο της όρασής σου για μια κακή ευχαρίστηση των αισθήσεων, καλά να πάθεις που δεν βλέπεις πλέον απολύτως τίποτα». Εμπεριέχεται λοιπόν εδώ η ιδέα της αντεκδίκησης, συμπίπτοντας με την εξήγηση που μας προτείνει το παραμύθι, ο μύθος, ο θρύλος. Στον θρύλο της λαίδης Γκοντίβα, για παράδειγμα, όλοι οι κάτοικοι της μικρής πόλης κρύβονται πίσω από τα κλειστά παράθυρά τους, για να διευκολύνουν το έργο της, να διασχίσει τους δρόμους ιππεύοντας γυμνή ένα άλογο. Ο μόνος που κρυφοκοιτάζει από τις γρίλιες την γυμνή της ομορφιά, τιμωρείται παθαίνοντας τύφλωση. Δεν είναι άλλωστε, μας υπενθυμίζει ο Φρόιντ, το μόνο παράδειγμα που μας κάνει να διαισθανθούμε ότι το πεδίο των νευρώσεων κρύβει μέσα του το κλειδί της μυθολογίας.

Υπερασπιζόμενος την ψυχανάλυση στην κατηγορία που της προσάπτουν ότι δηλαδή οδήγησε σε καθαρά ψυχολογικές θεωρίες των νοσηρών διεργασιών, θα τονίσει ότι η ψυχανάλυση δεν ξεχνά ποτέ ότι το ψυχικό εδράζεται στο οργανικό, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα πως δεν μπορεί όλες οι λειτουργικές διαταραχές της όρασης να είναι ψυχογενείς. Εάν ένα όργανο, που υπηρετεί τις δύο ενορμήσεις, επαυξάνει τον ερωτογόνο ρόλο του, πρέπει να αναμένουμε ότι κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί δίχως τροποποιήσεις της διεγερσιμότητας και της εννεύρωσής του, οι οποίες θα εκδηλωθούν ως διαταραχές της (υπαγόμενης στο Εγώ) λειτουργίας του οργάνου. Οι νευρωτικές διαταραχές της όρασης συμπεριφέρονται σε σχέση με τις ψυχογενείς διαταραχές όπως –σε πολύ γενικές γραμμές- οι ενεστώσες νευρώσεις σε σχέση με τις ψυχονευρώσεις.

Κλείνοντας, μας λέει ότι στο πλαίσιο της ψυχαναλυτικής διερεύνησης, θα μπορούσαμε να διερωτηθούμε εάν η καταπίεση των σεξουαλικών μερικών ενορμήσεων, είναι από μόνη της ικανή να επιφέρει τις λειτουργικές διαταραχές των οργάνων ή μήπως θα έπρεπε να υπάρχουν ιδιαίτερες ιδιοσυστασιακές προϋποθέσεις οι οποίες εξωθούν ευθέως τα όργανα στον υπερτονισμό του ερωτογόνου ρόλου τους, προκαλώντας έτσι την απώθηση των ενορμήσεων. Θα πρέπει να θεωρήσουμε, μας λέει, αυτές τις προϋποθέσεις, ως την ιδιοσυστασιακή συνιστώσα της προδιάθεσης για ψυχογενείς και νευρωτικές παθήσεις. Πρόκειται για τον παράγοντα εκείνο τον οποίο ο Φρόιντ χαρακτήρισε προσωρινά στην υστερία ως «σωματική ενδοτικότητα» των οργάνων και που ο Λακάν αργότερα, στη δική του προοπτική, θα ονομάσει «άρνηση του σώματος».

Βιβλιογραφία

Freud, S. (2012). Η ψυχογενής διαταραχή της όρασης κατά την ψυχαναλυτική αντίληψη, μτφρ. από ιταλικά και γαλλικά Δημήτρης Αναγνώστου και Βλάσης Σκολίδης. Fort Da, τεύχος 2ο, σελ. 45-51.