Από τη σωματική ενδοτικότητα στην άρνηση του σώματος
Πώς αρρωσταίνει από αλήθεια το ανθρώπινο σώμα;
Η ψυχανάλυση ενδιαφέρθηκε για τα σώματα που δεν υπακούουν πια στη γνώση τους, στη φυσική γνώση που έχουν μέσα τους. Η υστερία αποτέλεσε προσοδοφόρο έδαφος, γιατί αυτό που συναντάμε στην υστερία είναι το άρρωστο από αλήθεια σώμα. Ο Φρόιντ το εντόπισε στην απώθηση και στην επιστροφή του απωθημένου. Το υστερικό σώμα είναι το σώμα που αρνείται την επιβολή του κύριου σημαίνοντος, το σώμα που προβάλλει τον κατακερματισμό του αρνούμενο τη γνώση, την εγγεγραμμένη γνώση στην υπόστασή του. Ο Φρόιντ αποκαλούσε το φαινόμενο αυτό σωματική ενδοτικότητα, ενώ ο Λακάν στη δική του προοπτική το ονόμασε «άρνηση του σώματος».
Στο νεωτερικό σώμα υπάρχει διπλή άρνηση. Πρώτον, το σώμα αρνείται να υπακούσει την ψυχή, τη φυσική του γνώση, αρνείται την ίδια τη σκοπιμότητα της αυτοσυντήρησης του. Δεύτερον, το υποκείμενο αυτού του σώματος αρνείται το σώμα του Άλλου. Ως εκ τούτου η διάφυλη σχέση εμφανίζεται προβληματική. Το υποκείμενο αρνείται το σώμα μέσα στο σώμα του (δηλαδή το παιδί, την αναπαραγωγή), το υστερικό σώμα μπερδεύεται με την αναπαραγωγή της ζωής και αρνείται το ίδιο του το σώμα (άρνηση η οποία πιστοποιείται στο συναίσθημα αηδίας του ιδίου σώματος γνωστή από την κλινική της υστερίας).
Αυτή η άρνηση του σώματος, δηλαδή η αντίρρηση του σώματος στο κύριο σημαίνον, εγγράφεται υποδειγματικά στο άρθρο του Φρόιντ «Ψυχογενής διαταραχή της όρασης κατά την ψυχαναλυτική αντίληψη» (1910), μέσα από την μιλερική ανάγνωση και προοπτική αποτελεί το υπόδειγμα της σχέσης των λέξεων και των σωμάτων.
Ένας πόλεμος
Ο πόλεμος μοιάζει να είναι η βασική αρχή αυτού που ο Φρόιντ ονομάζει απώθηση (Vorstellungen). Κάποιες παραστάσεις αγωνίζονται να υπερτερήσουν έναντι κάποιων άλλων τις οποίες πολεμούν, τις εμποδίζουν να γίνουν συνειδητές. Η ομάδα των ισχυρότερων παραστάσεων, των ομάδων που είναι ικανές να απωθήσουν άλλες απαρτίζει αυτό που δηλώνουμε με το συλλογικό όνομα Εγώ, λέει ο Φρόιντ, σκιαγραφώντας τον δικό του τρόπο να περιγράψει την απώθηση. Όμως, επειδή εδώ πρόκειται για σώμα, μπορούμε να μιλήσουμε για ενορμήσεις όχι απλώς στο πλαίσιο ενός δυισμού, αλλά για τη δυναμοποίηση του πεδίου αυτού, δύο ομάδων αμφίρροπων ενορμήσεων. Αξιοσημείωτη είναι η διατύπωσή του, σύμφωνα με την οποία οι αντιθέσεις των παραστάσεων (η αιτιογένεση της απώθησης) προκύπτει από την έκφραση της διαπάλης των διαφορετικών ενορμήσεων.
Βλέπουμε λοιπόν εδώ ότι δημιουργεί μια στενή σχέση μεταξύ των παραστάσεων και των ενορμήσεων. Η ενόρμηση είναι πίσω από τις παραστάσεις και είναι αυτή που τους δίνει ζωή, σύμφωνα με τους στόχους της. Σε αυτή τη βάση, η ενόρμηση εμφανίζεται να έχει τη μορφή μιας βούλησης ικανής να επιβληθεί στις παραστάσεις και να τις υποδουλώσει στις δικές της σκοπιμότητες.
Το 1910, ο φροιδικός δυϊσμός των ενορμήσεων διαθέτει από τη μια πλευρά τις ενορμήσεις του Εγώ, και από την άλλη τις έμφυλες, σεξουαλικές ενορμήσεις, ως το υλικό που διαφεύγει της επικυριαρχίας του Εγώ (αργότερα, εισάγοντας τη δεύτερη τοπική του θα προβεί σε μια άλλη διάταξη).
Εισερχόμενοι μέσα σε αυτόν τον δυϊσμό βρίσκουμε τον πρώτο τρόπο για να καταλάβουμε ότι τα δύο σώματα του Υποκειμένου που γνωρίζουμε στον Λακάν (το εικονικό σώμα και το οργανικό σώμα τα οποία εισάγονται από το «Στάδιο του καθρέφτη»). Είναι δύο αλλιώτικα δύο σώματα, και μέσα από αυτό το άρθρο βλέπουμε ότι ο Φρόιντ σκέφτεται με αυτούς τους όρους.
Επομένως, οι ενορμήσεις που διασφαλίζουν την επιβίωση του ατομικού σώματος, την αυτοσυντήρηση του ατόμου, είναι εκείνες που ανάγονται στη γνώση του σώματος. Από κατασκευής ο ίδιος ο οργανισμός υπάγεται σε αυτή τη γνώση. Έτσι λοιπόν, οι εν λόγω ενορμήσεις οργανώνουν παραστάσεις στρατευμένες σε αυτό το σκοπό.
Τη δεύτερη κατηγορία ενορμήσεων, αναγώγιμη στη σεξουαλικότητα, ο Φρόιντ την τοποθετεί και την ορίζει ως αυτό που διαφεύγει από ό,τι αποτελεί εδώ την επικράτεια της οργανωμένης τάξης.
Για ποιον λόγο όμως η σεξουαλική ενόρμηση από μόνη της θα ερχόταν σε σύγκρουση με τον τομέα των ενορμήσεων του Εγώ;
Όλα κρίνονται σε αυτή την ειδοποιό διατύπωση. Ο Φρόιντ αμφισβητεί τον ενικό της σεξουαλικής ενόρμησης και αντιθέτως χρησιμοποιεί τακτικά τον πληθυντικό αναφερόμενος στον σεξουαλικό ενορμητικό τομέα. Δηλαδή ο τρόπος που δομείται αυτή η κατασκευή στηρίζεται στο ότι η σεξουαλική ενόρμηση ως αναπαραγωγική αποτυγχάνει να υποτάξει στην αναπαραγωγική της σκοπιμότητα της μερικές σεξουαλικές ενορμήσεις που εδράζονται σε σημεία του σώματος. Μας παρουσιάζει δηλαδή εξαρχής ένα σώμα που φιλοξενεί την ενορμητική διαπάλη ανάμεσα στην επικράτεια του εγώ και στις μερικές ενορμήσεις.
Σύμφωνα με τον Φρόιντ λοιπόν, το υστερικό σώμα είναι ένα σώμα διαφιλονικούμενο από την αυτοσυντήρηση και την κερματισμένη ενορμητική απόλαυση. Συνεπώς, τα όργανα αυτού του σώματος και οι λειτουργίες του αποτελούν έδαφος ενορμητικής διαμάχης μεταξύ των δύο πλευρών. Το πεδίο της όρασης είναι ενδεικτικό. Η όραση αδιαμφισβήτητα εξυπηρετεί το συμφέρον της επιβίωσης. Η τύφλωση είναι μια διαταραχή που υπονομεύει την καλή λειτουργία του σώματος. Βλέπουμε δηλαδή εδώ πως ένα όργανο παύει να συμπράττει στο σκοπό της αυτοσυντήρησης και της εύρυθμης λειτουργίας του οργανισμού, χειραφετείται από τη συνενωτική λειτουργία του συνόλου και μας επιβάλλει ήδη, το καθεστώς του κατακερματισμένου σώματος.
Ζητήματα κυριαρχίας
Πώς εισχωρεί όμως αυτή η διαταραχή;
Η διαταραχή συνδυάζει δύο όψεις, μας λέει ο Φρόιντ. Σύμφωνα με την πρώτη, πρόκειται για ένα φαινόμενο αλήθειας, το οποίο ο Φρόιντ εκφράζει σαν μια απώθηση παράστασης που έχει σωματική συνέπεια. Η απώθηση που επιτελείται από το Εγώ του κοστίζει τη χειραφέτηση του οργάνου από την επικυριαρχία του. Μια ζωτικής αξίας λειτουργία βρίσκεται έτσι να εξαιρείται από τη σύνοψη του οργανισμού που ονομάζεται ψυχή. Υπό μια έννοια θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τύφλωση αποδίδει το γεγονός ότι η ψυχή παύει να εμψυχώνει το όργανο.
Η πρώτη όψη, λοιπόν, είναι αφενός ένα φαινόμενο αλήθειας και αφετέρου, συνδυαζόμενο με αυτό το φαινόμενο αλήθειας και ένα φαινόμενο απόλαυσης, εφόσον ένα όργανο προοριζόμενο να υπηρετεί την αυτοσυντήρηση του ατόμου, ερωτικοποιείται. Στην ουσία αυτό σημαίνει ότι το όργανο παύει να υπακούει στη γνώση επιβίωσης του σώματο,ς για να γίνει το έρεισμα ενός «αυτοαπολαμβάνομαι», με τον απαραίτητο τόνο αυτοερωτισμού που αυτό περιλαμβάνει. Αυτά συμπεραίνει ο Φρόιντ. Το όργανο δηλαδή φτάνει να απωλέσει την ευθυγραμμισμένη λειτουργικότητά του, επειδή φτάνει να διακατέχεται από ένα «αυτοαπολαμβάνομαι» στη βάση μιας ενοχής για αυτό, σαν το «αυτοαπολαμβάνομαι» να συνιστά παράβαση του κανονικού τρόπου λειτουργίας του.
Αυτό αποτελεί το σημείο εισόδου της ηθικής μέσα στη βιολογία. Οφείλεται σε αυτό η ύστερη ανάμιξή του Υπέρ-εγώ σε αυτή τη θέση.
Ο προορισμός του ματιού, ως θα όφειλε, είναι να υπηρετεί το σώμα για να βλέπει, για να προσανατολίζεται μέσα στον κόσμο. Ωστόσο, αυτό αυθαιρετεί και αρχίζει να υπηρετεί τη Schaulust (όπως την αποκαλεί ο Φρόιντ), την ευχαρίστησή του να βλέπει. Δεν πρόκειται καθόλου για μια ευχαρίστηση υπαγόμενη στη ζωτική σκοπιμότητα, αλλά για μια ευχαρίστηση που την αντιβαίνει και μάλιστα οδηγεί στην ακύρωση της. Άρα λοιπόν, με λακανικούς όρους, η ευχαρίστηση που υπερβαίνει τη γνώση του σώματος, τη στιγμή που παύει πλέον να υπακούει σε αυτή, γίνεται απόλαυση. Σύμφωνα λοιπόν με το φροιδικό κείμενο, η αλήθεια και η απόλαυση συνεργάζονται και εναντιώνονται στους αλγόριθμους του σώματος. Σε αυτό τον απόηχο ο Λακάν θα πει πως η αλήθεια είναι αδερφή της απόλαυσης. Το κείμενο του Φρόιντ για την ψυχογενή διαταραχή της όρασης, καταδεικνύει τη στενή σχέση της αλήθειας με την απόλαυση, επιτρέποντας να διαφανεί ότι είναι ζήτημα κυριαρχίας, ζήτημα κυρίου σημαίνοντος. Και προσθέτει, επιτονίζοντας τη φύση του διαφιλονικούμενου σώματος «είναι δύσκολο να είσαι υπηρέτης δύο αφεντάδων».
Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι ο ίδιος ο οργανισμός οφείλει να πορευτεί με δύο διαφορετικά σώματα. Από τη μία το σώμα που ξέρει τι του χρειάζεται για να επιβιώσει, το επιστημικό σώμα, και από την άλλη το λιβιδινικό σώμα. Έτσι, καθώς το πρώτο είναι το σώμα της εύρυθμης λειτουργίας, όπου η ευρυθμία του αποτελεί ευχαρίστηση, το σώμα ευχαρίστηση που υπακούει, το δεύτερο είναι το σώμα-απόλαυση, απορρυθμισμένο, αλλοπρόσαλλο, εκεί όπου έχει εισχωρήσει η απώθηση ως προσδιοριστική αρχή της αλήθειας και των συνεπειών της. Υπάρχει δηλαδή το σώμα-Εγώ και από την άλλη το σώμα-απόλαυση που δεν υπακούει στο Εγώ, που εξαιρείται από την κηδεμονία της ψυχής ως ζωτικής μορφής του σώματος, ως ενοποιητικής γνώσης που διαφεντεύει και ορίζει τα πράγματα.