Αρχική

Ψυχανάλυση

featured image for Freud section

Οι Εραστές, René Magritte (1928) CC BY-SA 4.0 - Wikimedia Commons

Ο Freud

Ο Sigmud Freud γεννήθηκε τον Μάιο του 1856. Ήταν Αυστριακός Εβραίος ψυχίατρος και φυσιολόγος. Υπήρξε ο θεμελιωτής της Ψυχανάλυσης, απότοκος γιος της κεντροευρωπαϊκής κουλτούρας, και το έργο του συνδέθηκε αναπόφευκτα με το κλίμα της εποχής του: από την οπτιμιστική έναρξη της έρευνάς του γύρω από τα όνειρα και την υστερία της Belle Époque, μέχρι τα οδυνηρά αδιέξοδα του πολιτισμού και την ενόρμηση θανάτου, στην προοπτική του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της εποχής του Χίτλερ και του ναζισμού.

Η συνάντηση με τον Breuer

Το 1881 ο νεαρός φοιτητής Freud, στα είκοσι πέντε του, γνωρίζει τον πολύ μεγαλύτερό του Josef Breuer, έναν εξαίρετο επιστήμονα και γιατρό μεγάλης φήμης στην Βιέννη. Γίνονται αμέσως φίλοι. Ο Freud είναι φτωχός και άσημος, αλλά διψασμένος για γνώση και με ερευνητικές ανησυχίες και φιλοδοξίες. Με τη διαρκή αρωγή και φροντίδα του διάσημου και πλούσιου φίλου του, προσπαθεί να πατήσει στα πόδια του. Επιστρέφοντας από το Παρίσι το 1886, ανοίγει το ιατρείο του και παντρεύεται την Μάρτα.

Η υστερία

Η υστερία ήταν μια μορφή νεύρωσης γνωστή από παλιά από τις πολλές της μεταμφιέσεις, με τις οποίες είχε κάνει την εμφάνισή της στην ιστορία της ιατρικής. Στα τέλη του 19ου αιώνα ήταν τόσο διαδεδομένη, που ήταν η ασθένεια της εποχής, μια κυρίαρχη τάση. Εκφραζόταν κυρίως με σωματικά συμπτώματα: δυσκαμψίες, ακαμψία μελών του σώματος, αναισθησίες, λιποθυμίες, νευρικά τικ, αλλά και με παραισθήσεις, διπλοπροσωπίες κλπ. Ο πολυσχιδής χαρακτήρας της είχε φέρει σε αμηχανία την ιατρική κοινότητα, η οποία είχε επιστρατεύσει διάφορα μέσα. Aπό τη φυσιολογία, θερμά και κρύα λουτρά, μασάζ, ηλεκτροθεραπείες κλπ, χωρίς αποτελέσματα. Οι γιατροί στόχευαν το εμφανές σύμπτωμα ενώ τους διέφευγε η κρυφή αιτία. Αυτή, που ήταν η πηγή του συμπτώματος. Έτσι είχαν τα πράγματα τότε.

Η καθαρτική μέθοδος

Οι ερευνητικές φιλοδοξίες του Freud είχαν βρει πλέον ένα νέο πεδίο. Όλο και περισσότερες νέες γυναίκες τον επισκέπτονταν, οι οποίες υπέφεραν κατά κανόνα από σωματικές ενοχλήσεις. Οι επιβεβαιώσεις που είχε από όλο και περισσότερες επιπτώσεις, τον παρότρυναν βαθμιαία να αποδίδει μεγαλύτερη βαρύτητα στην εσωτερική, την ψυχική πλευρά της ασθένειας, έστω κι αν αυτή εκδηλωνόταν με καθαρά σωματικά συμπτώματα. Η αόρατη ψυχή και το πώς θα φτάσει κανείς σε αυτήν έγινε σταδιακά το αντικείμενο των ερευνητικών του προσπαθειών. Όλο και περισσότερος κόσμος έφθανε στον γιατρό με ανοιχτά χαρτιά τα συμπτώματά του, και με κρυφό, ερμητικά κλειστό χαρτί, την ψυχή του. Για να την ανοίξει, έπρεπε ο γιατρός να πείσει τον ασθενή του ότι ήτανε απαραίτητη προϋπόθεση για την ίασή του. Αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο. Η συντηρητική αστική Βιέννη του 19ου αιώνα έφερνε αντιστάσεις. Προέκυπτε η ανάγκη για μακροχρόνιες διαπραγματεύσεις, μια που δεν ήταν εύκολο κανείς να αποκαλύψει τα μυστικά της προσωπικής, ειδικότερα δε της σεξουαλικής του ζωής. Ο γιατρός, από την πλευρά του, έπρεπε να διαθέτει τεράστια οξύνοια, διαίσθηση και απέραντη υπομονή. Ο Breuer και ο Freud εργάζονταν με αυτό τον τρόπο, εφαρμόζοντας μια μέθοδο που είχε τυχαία ανακαλύψει ο Breuer κατά την θεραπεία μιας ασθενούς. Την είχε ονομάσει «καθαρτική μέθοδο».

Οι μελέτες για την υστερία

Με αφορμή μια παλιά ασθενή του Breuer, για την οποία είχαν κάνει εκτεταμένες συζητήσεις και η οποία είχε προκαλέσει μεγάλο ενδιαφέρον στον Freud, πρότεινε στον Breuer να δημοσιεύσουν τέτοιες ιστορίες γυναικών, για την υστερία. Ο Breuer ήταν διστακτικός, ο Freud επέμενε και τελικά το επιχείρησαν. Το βιβλίο αποτελείται από πέντε ιστορικά ασθενείας, από τα οποία ο Freud κομίζει τα τέσσερα και ο Breuer το ένα, αυτό το παλιό. Όλα τα ιστορικά δημοσιεύονται με ψευδώνυμα. Αυτή ήταν για την εποχή εκείνη μια πολύ τολμηρή κίνηση, η δε απόδοση αιτιολογικής σημασίας στην σεξουαλικότητα, επαναστατική. Η επιστημονική αξία του βιβλίου ολοκληρώνεται όταν ο Breuer δηλώνει ότι η αποκρουσμένη, η απωθημένη σεξουαλικότητα, γίνεται η αιτία των συμπτωμάτων που εμφανίζονται. Και όχι μόνο η σεξουαλικότητα. Οτιδήποτε αποδιώχνει το άτομο από πάνω του, είτε επειδή το θεωρεί δυσάρεστο, είτε επειδή είναι οδυνηρό, δεν το εξαφανίζει. Απλώς το απωθεί, το συσσωρεύει στο ασυνείδητό του. Από εκεί πια το απωθημένο υλικό συνεχίζει την υπονομευτική, επιβαρυντική λειτουργία του. Μόνο εάν απελευθερωθεί, αν βγει στην επιφάνεια και έρθει πάλι αποκαθαρμένο στη συνείδηση, τότε μόνο του αφαιρείται η νοσογόνος δράση. Αυτά πίστευε ο Freud τότε. Την εποχή εκείνη, η σύλληψη και το όλο εγχείρημα αποτελούσε μια ρηξικέλευθη πράξη, και εύλογα ήρθαν αντιμέτωποι με τον πουριτανισμό, την αστική ηθική, την αμφισβήτηση, την μήνη του συντηρητικού κατεστημένου.

Ο Breuer εγκατέλειψε νωρίς, αμέσως έπειτα από την έκδοση του βιβλίου. Αποτραβήχτηκε επίσης από την περαιτέρω ενασχόλησή του με την υστερία και τις νευρώσεις. Το τίμημα ήταν υψηλό. Ο Freud, αντίθετα, προχωρούσε ακάθεκτος στον δικό του δρόμο. Η συνεργασία τους διακόπηκε, και μαζί με αυτήν διαταράχτηκε και η φιλία τους. Τριάντα περίπου χρόνια αργότερα ο Freud θα πει για τον Breuer ότι η αυτοπεποίθηση και η ανθεκτικότητά του δεν βρίσκονταν στο ύψος της υπόλοιπης πνευματικής του συγκρότησης. Η δριμεία κριτική του γνωστού Γερμανού νευρολόγου A. Strumpetl και η απόρριψη της επιστημονικής αξίας και εγκυρότητας προκάλεσε γέλια στον Freud, ενώ ο Breuer κατέρρευσε. Αλλά και από εκδοτική άποψη, οι «Μελέτες για την υστερία» ήταν μια παταγώδης αποτυχία.

Η ψυχανάλυση

Λίγο πριν και αμέσως μετά την στροφή του αιώνα, ο Freud έθεσε προγραμματικά και συστηματικά τις βάσεις για το τεράστιο οικοδόμημα της ψυχανάλυσης, με δύο θεμελιώδη έργα. Ιδρυτική πράξη της ψυχανάλυσης, ακριβώς πάνω στην αλλαγή του αιώνα και με χρονολογία έκδοσης το 1900, ήταν η «Ερμηνεία των ονείρων». Ένα βιβλίο που αναγνώριζε το όνειρο και την ερμηνεία του ως την βασιλική οδό προς το ασυνείδητο, σε εκείνη την γεμάτη από ανικανοποίητα πάθη και απωθημένες επιθυμίες σκοτεινή περιοχή της ψυχής του ανθρώπου. Ένα θεμελιώδες έργο, μια ρηξικέλευθη πρόταση που θα καταξιώσει το όνειρο ως πλήρες νοήματος συστατικό στοιχείο της ψυχικής ζωής και θα καθιερώσει την ψυχανάλυση, προκρίνοντάς την σε ψυχολογία του βάθους, και διαφοροποιώντας την από το ψυχοθεραπευτικό μοντέλο. Λίγο αργότερα, το 1905, ο Freud θα βγάλει στην κυκλοφορία το δεύτερο σύγγραμμά του, με τίτλο «Τρεις μελέτες για την θεωρία της σεξουαλικότητας», φέρνοντας την σεξουαλική ενόρμηση στο προσκήνιο, αναγνωρίζοντάς την ως μια ορμή που εξουσιάζει πλήρως σχεδόν, και ορίζει, την ψυχική ζωή του ανθρώπου.

Θέμα της αστυ-νομίας

Ο Freud είχε θέσει τις βάσεις της ψυχανάλυσης και ήταν ήδη μια προσωπικότητα υψηλού κύρους. Συνέχισε να κάνει τις παραδόσεις σχετικά με την διάδοση της, με αφοσίωση και αμείωτο σθένος. Όταν τις είχε ξεκινήσει πριν από 15 περίπου χρόνια, στην πρώτη του παράδοση, μόνο τρία άτομα είχαν εμφανιστεί για να τον παρακολουθήσουν. Δεν πτοήθηκε. Έπειτα από μερικά χρόνια, το αμφιθέατρο του πανεπιστημίου της Βιέννης ήτανε ασφυκτικά γεμάτο, πάνω από 100 άτομα είχαν έρθει για να παρακολουθήσουν την ομιλία του. Σιγά σιγά απέκτησε ένα στενό και αφοσιωμένο κύκλο μαθητών, συνεργατών και οπαδών. Ταυτόχρονα, δεν σταμάτησε ποτέ να αποτελεί αντικείμενο επικριτικών σχολίων, συκοφαντιών, ακόμη και χλεύης. Χαρακτηριστικό της απορριπτικής μανίας είναι το περιστατικό που συνέβη σε ένα συνέδριο νευρολόγων και ψυχιάτρων στο Αμβούργο το 1910, όπου ο καθηγητής Wilhelm Weygandt, στο άκουσμα και μόνο του ονόματος του Freud, χτύπησε την γροθιά του στο τραπέζι και αναφώνησε οργισμένος «Αυτό δεν είναι θέμα συζήτησης για μια επιστημονική συνάθροιση, είναι θέμα της αστυνομίας» (ο Wilhelm Weygandt ήταν ψυχίατρος, ναζιστής, φορέας ρατσιστικών ιδεολογιών, καθώς και στυγνός επικριτής της μοντέρνας τέχνης, που τη χαρακτήριζε ως εκφυλισμένη).

Μακάρι να ήξερα

Ο Freud ήταν ένας ομιλητής με ρητορικές αρετές, ο οποίος παρέδιδε αναλυτικές, απόλυτα επεξηγηματικές ομιλίες, σχετικά με το πεδίο της ψυχανάλυσης. Επέμενε στην σκληρή και κοπιαστική εργασία για την απόκτηση πρώτα γνώσεων και μετά πεποιθήσεων. Έλεγε «Δεν πρέπει όμως να νομίζετε ότι ανακοινώνω την πρόθεσή μου να δώσω διαλέξεις με την αξίωση να με πιστέψετε δίχως όρους. Δεν θέλω να πείσω κανέναν. Θέλω να δώσω ερεθίσματα και να ταρακουνήσω προκαταλήψεις». Ο βιογράφος του, Ernest Jones, δίνει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή για τις παραδόσεις του Freud: «Όποιος, όπως εγώ, είχε το προνόμιο να ανήκει στους ακροατές του, θα πιστοποιήσει ότι ο Freud ήτανε γοητευτικός ομιλητής. Αλάτιζε τις παραδόσεις με την δική του λεπτή ειρωνεία και πάντα χωρίς χειρόγραφο. Για την προετοιμασία χρειαζόταν ελάχιστο χρόνο και αφηνόταν κατά κανόνα στην έμπνευση της στιγμής. Όταν τον ρωτήσαμε κάποτε στο δρόμο προς το πανεπιστήμιο ποιο θα ήταν το θέμα του εκείνη την ημέρα, η απάντησή του ήταν: «Μακάρι να ήξερα. Το αφήνω στο ασυνείδητό μου». Απέφευγε τους εντυπωσιασμούς και του άρεσε να μιλάει με τους ακροατές του σαν να ήταν φίλοι. Αυτές οι εισηγήσεις είχαν διδακτικό χαρακτήρα και κράτησαν πάνω από 30 χρόνια.

Οι δύο Παγκόσμιοι και το τέλος

Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου διατυπώνει την θεωρία του Υπέρ Εγώ, το οποίο διοχετεύει στο άτομο αισθήματα ενοχής και επίκρισης. Δίπλα στην διατύπωση για την ενόρμηση της ζωής (Eros), αντιπαραθέτει το μίσος και την οργή, τα οποία εμπίπτουν στην ενόρμηση του θανάτου (Thanatos). Είχε εκφράσει τους φόβους του «για το παράλογο πίσω από την βιτρίνα του πολιτισμού», τους οποίους είδε να επαληθεύονται με τον χειρότερο τρόπο, όταν δύο δεκαετίες αργότερα οι ναζιστές θα κάψουν τα βιβλία του, το 1933, ως βλαβερούς καρπούς της εβραϊκής επιστήμης. «Τι πρόοδος! Τον Μεσαίωνα θα με καίγανε στην πυρά. Τώρα καίνε στην πυρά τα βιβλία μου», αναφωνεί ο Φρόυντ, όταν οι Ναζί εισέβαλαν στην Αυστρία και έριχναν στην πυρά πολλά από τα βιβλία του, μαζί με εκείνα άλλων διάσημων στοχαστών. Όταν το 1938 ο ναζισμός θα προσαρτήσει την Αυστρία, ο Freud θα μεταναστεύσει στην Μ. Βρετανία μαζί με την κόρη του Άννα, η οποία έχει αρχίσει να ασχολείται με την παιδοψυχολογία. Ένα χρόνο αργότερα, στις 23 Σεπτεμβρίου 1939, ο κορυφαίος Αυστριακός Εβραίος επιστήμονας θα αφήσει την τελευταία του πνοή στο Λονδίνο, χτυπημένος από τον καρκίνο.

Το έργο του μελετάται μέχρι και σήμερα συστηματικά, αποτελώντας σταθερή αναφορά και βάση, ενώ η ψυχανάλυση θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του 20ου αιώνα. Μια τομή στην εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης και εμπειρίας. Έμεινε γνωστός ως ο πατέρας της ψυχανάλυσης. Δεν μπορούμε πια να σκεφτούμε και να υπάρξουμε με τον ίδιο τρόπο, μετά τον Freud. Μια ανακάλυψη που άλλαξε τον κόσμο και τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ζωή για πάντα, χωρίζοντάς τον σε ένα πριν και ένα μετά.

featured image for Lacan section

Ο ύπνος της λογικής παράγει τέρατα, Goya (1799)
Πηγή: Warehouse 13

Ο Lacan

«Τα πάντα δονούνταν πλάι του»

Catherine Millot

O Jacques Lacan έχει καταξιωθεί ως ο σημαντικότερος θεωρητικός της ψυχανάλυσης μαζί με τον Freud, αν και η αναγνώριση και καταξίωσή του τόσο στο θεωρητικό όσο και στο κλινικό επίπεδο καθυστέρησε εξαιτίας του ρηξικέλευθου χαρακτήρα και της σύνθετης δομής του έργου του. Γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1901 και το 1920 ξεκίνησε τις σπουδές του στην Ιατρική, και την ειδίκευσή του στην Ψυχιατρική το 1926.

Το Σουρρεαλιστικό κίνημα

Την περίοδο εκείνη δραστηριοποιήθηκε στο πολύβουο Παρίσι, στους κύκλους του σουρρεαλιστικού κινήματος. Σε ηλικία 17 ετών γνωρίζει τον James Joyce. Υπήρξε φίλος του Andre Breton και του Salvador Dali, και ο προσωπικός γιατρός του Pablo Picasso. Ήδη από το 1930 συνεργάστηκε σε πολλές σουρρεαλιστικές εκδόσεις.

Η ψυχιατρική, το διδακτορικό και η παράνοια

Το 1932 ο Lacan ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή πάνω στην παράνοια, με τίτλο: «Η παρανοϊκή ψύχωση και η σχέση της με την προσωπικότητα», που ασκεί καταλυτική επιρροή στους σουρρεαλιστές. Αυτή τη διατριβή σχολιάζει ο Dali στην εργασία του «Παρανοϊκοκριτική», που δημοσιεύτηκε στο πρώτο τεύχος του κορυφαίου περιοδικού του κινήματος Minotaur, όπως και ο ποιητής Paul Eluard. Ο Lacan κάνει την προσωπική του ανάλυση με τον Rudolph Loewenstein.

Φιλοσοφία και Τέχνη

Ο Lacan δεν περιορίζεται στα ψυχιατρικά και ψυχαναλυτικά κείμενα. Είναι μανιώδης ερευνητής, και θα εντρυφήσει στο φιλοσοφικό έργο του Karl Jaspers, του Hegel και του Martin Heidegger. Είχε ρουφήξει όλη την αρχαία ελληνική γραμματεία, είχε μελετήσει τα ρωμαϊκά κείμενα καθώς και την ανατολική φιλοσοφία. Παρακολουθούσε τα σεμινάρια κορυφαίων στοχαστών που αργότερα θα σημάδευαν την πνευματική ζωή της Ευρώπης, όπως ο Alexandre Kojeve, o George Bataille, o Pierre Klossowski, o Raymond Queneau και άλλοι. Η σχέση του με την τέχνη υπήρξε εξαρχής ενθουσιώδης και εν συνεχεία πυρετώδης. Πέρα από τις επιμέρους ενασχολήσεις, αφιερώνει ολόκληρα σεμινάρια:

  • στον James Joyce σχετικά με το σύνθωμα,
  • στον Πλάτωνα και το Συμπόσιο, σχετικά με τον Έρωτα, τον μεταβιβαστικό έρωτα, τον απόλυτο έρωτα και την έλλειψη,
  • στην Αντιγόνη του Σοφοκλή σχετικά με την επιθυμία (μια έννοια που τάραξε τα θεμέλια της ψυχαναλυτικής πρακτικής),
  • στον Άμλετ του Shakespeare σχετικά με την πτωματοποίηση του υποκειμένου.

Το συνέδριο του Marienbad και η Διεθνής

Ο Lacan πραγματοποίησε την πρώτη του παρέμβαση στο ετήσιο Συνέδριο της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας που έλαβε χώρα στο Marienbad το 1936. Εκεί ανέπτυξε τη θεωρία του για το «στάδιο του καθρέφτη». Η θεωρία αυτή προκάλεσε σάλο λόγω του ριζοσπαστικού της χαρακτήρα, και η ομιλία του διακόπηκε από τον Ernest Jones, τον βιογράφο του Freud, που ήταν και ο πρόεδρος του συνεδρίου.

Ο B’ Παγκόσμιος Πόλεμος

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής της Γαλλίας, ο Lacan τοποθετείται στο στρατιωτικό νοσοκομείο Val de Grace στο Παρίσι. Την ίδια περίοδο θα συναντηθεί με την κορυφαία ηθοποιό Sylvia Bataille (πρώην σύζυγο του κορυφαίου στοχαστή George Bataille), και η συνάντησή τους καταλήγει σε γάμο. Το 1949 γεννιέται η κόρη τους Judith.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Lacan δε δημοσιεύει τίποτα. Αμέσως μετά το τέλος του επισκέπτεται την Αγγλία, στο πλαίσιο μιας εργασίας με τίτλο «Η αγγλική ψυχιατρική και ο πόλεμος» (1947). Εκφράζει τον θαυμασμό του για τους Άγγλους κατά τη διάρκεια του πολέμου και τις δομές που δημιουργούν, και τοποθετείται γονιμοποιώντας το έργο των Wilfred Bion και John Rickman με τους οποίους συναντιέται και συνεργάζεται.

Η επιστροφή στον Freud

Το 1951 ο Lacan ξεκινάει το περιβόητο εβδομαδιαίο σεμινάριό του, υποστηρίζοντας την αξία μιας προσεχτικής επανάγνωσης του έργου του Freud. Τα επόμενα περίπου 30 χρόνια θα ασχοληθεί με αυτό το πρόγραμμα, και μέσα από αυτή τη διαδικασία θα ανασυστήσει τη θεωρία της ψυχανάλυσης στο σύνολό της. Αρχικά, το σεμινάριο διεξάγεται στο νοσοκομείο της Αγίας Άννας, αλλά κατόπιν της απόσχισής του από τη Διεθνή, ο Lacan ιδρύει τη δική του Σχολή Ψυχανάλυσης, την Φροϋδική Σχολή του Παρισίου (Ecole Freudienne de Paris) και αναγκάζεται να απομακρύνει το σεμινάριό του από το Ψυχιατρικό Νοσοκομείο της Αγίας Άννας.

Έπειτα από πρόσκληση του κορυφαίου μαρξιστή φιλόσοφου Louis Althusser, το μετέφερε στην Ecole Normale Superieure, η οποία αποτελεί το πιο διακεκριμένο ίδρυμα του γαλλικού εκπαιδευτικού συστήματος, προσκομίζοντας στο έργο του Lacan ένα νέο και ευρύτερο κοινό και κάνοντας θραύση στο πολιτισμικό γίγνεσθαι του Παρισιού. Ψυχίατροι, ψυχαναλυτές, φοιτητές, πολιτικοί, ακτιβιστές, καλλιτέχνες, συγγραφείς, φιλόσοφοι και επαγγελματίες στον τομέα του πολιτισμού συρρέουν. Κάθε Τετάρτη που έκανε το σεμινάριο το τεράστιο αμφιθέατρο γεμίζει ασφυχτικά. Έπρεπε να φτάσει κανείς νωρίτερα μια ώρα και παραπάνω για να βρει θέση. Το σεμινάριο πολύ σύντομα έλαβε μυθικές διαστάσεις. Ο Lacan ήταν πλέον ένας ζωντανός μύθος, ενώ ο Μάης του ’68 πλησίαζε.

Ο ψυχαναλυτικός θεσμός

Το 1953 ο Lacan με πολλούς διακεκριμένους συναδέλφους του εγκαταλείπουν τη Societe Parisienne de Psychanalyse, λόγω της τυποποίησης και του κομφορμισμού της ψυχαναλυτικής πρακτικής καθώς και της ιατρικοποίησης της ψυχανάλυσης εν γένει, και ιδρύει με μια νέα ομάδα τη Societe Francaise de Psychanalyse. Αυτό σήμαινε την αναστολή της ιδιότητάς του ως μέλους της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας. Έτσι ξεκινάει μια περίοδος πρωτοφανούς καινοτομίας για τη διδασκαλία του Lacan. Μέσω της επίδρασης του φίλου του, δομικού ανθρωπολόγου Claude Levi Strauss, και των γλωσσολόγων Ferdinand de Saussure και Roman Jakobson, ο Lacan ανέπτυξε τη θεωρία του για τη συμβολική τάξη και το υποκείμενο, ως υποκείμενο του σημαίνοντος. Αυτό διευκόλυνε τη ρήξη του με την παραδοσιακή ψυχανάλυση και προετοίμασε το έδαφος για μια σειρά από καινοτομίες, όπως το ασυνείδητο δομημένο ως γλώσσα, τα τρία πεδία του Συμβολικού, Φαντασιακού και Πραγματικού, το Όνομα του Πατρός, την Επιθυμία, την Έλλειψη, το Σημαίνον, τον Φαλλό, και φυσικά την Απόλαυση και το Πραγματικό.

Ο Μάης του ’68 και οι τέσσερις Λόγοι

Ο Lacan, όντας απόλυτα ευαισθητοποιημένος στις πολιτικές εξελίξεις, σεβάστηκε την έκκληση σε απεργία, διέκοψε το σεμινάριό του, συναντήθηκε με τη φοιτητική ηγεσία, και υπέγραψε την αλληλεγγύη του προς τους φοιτητές χωρίς όμως να μασάει τα λόγια του, δηλώνοντάς τους «εκείνο που θέλετε είναι ένας καινούργιος αφέντης». Πράγματι, υποστηρίζοντας την άποψη ότι οι πραγματικές επαναστάσεις ξεκινούν από ιδέες και επεξεργασίες, ο Lacan αφιέρωσε το σεμινάριό του στην ανάλυση της δομής της ίδιας της κυριαρχίας. Έτσι, μορφοποιήθηκαν οι τύποι των τεσσάρων λόγων που συνιστούν τον κοινωνικό δεσμό: ο λόγος του Κυρίου, ο Υστερικός λόγος, ο λόγος του Πανεπιστημίου, ο λόγος του Αναλυτή. Στην θεαματική απουσία ενός λόγου του ασυνειδήτου, εξηγεί ότι αυτό είναι προϊόν μιας καινοτομίας που αποσπά το ασυνείδητο από την κλασική τοπική του Άλλου και την αμιγώς γλωσσική θέσμισή της, επανατοποθετώντας την πλέον στο επίπεδο του κοινωνικού δεσμού. Μια μετατόπιση που την ακούμε σε συνήχηση με την γνωστή θέση του Λακάν «το ασυνείδητο είναι η πολιτική» - χωρίς να εξαντλείται σε αυτήν.

Μια νύξη στο θεωρητικό και κλινικό του έργο

«Δεν είναι ξύλα αυτά που ρίχνεις καταγής

Δε βλέπεις το αίμα σταγόνα σταγόνα

Από τις νύμφες που μες στον κορμό ζουν ακόμα;

(...)

Το υλικό παραμένει, οι μορφές χάνονται»

Pierre de Ronsard (1524-1585)

Στο ετήσιο συνέδριο της Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας, όπως προαναφέραμε, ο Lacan θα κάνει την πρώτη του παρέμβαση αναπτύσσοντας τη θεωρία του για το «στάδιο του καθρέφτη». Αντικρίζοντας το μωρό τον εαυτό του στον καθρέφτη, ταυτίζεται φαντασιακά με το είδωλό του και αιχμαλωτίζεται σε μια εικόνα έξω από αυτό, η οποία λειτουργεί ως οργανωτική αρχή και ταυτόχρονα ως αλλοτριωτική ταύτιση. Με αυτό τον τρόπο απαντάει στο ερώτημα που θέτει ο Freud στο περίφημο κείμενο του 1914 για τον Ναρκισσισμό: «αν το Εγώ συνιστά την έδρα του ναρκισσισμού, και αν ο ναρκισσισμός δεν υπάρχει από την αρχή της ζωής, τι μεσολαβεί για την εμφάνισή του;» ερώτημα που ο Freud δεν κατάφερε να απαντήσει ποτέ. O Lacan καταδεικνύει τον τρόπο με τον οποίο αυτή η αλλοτρίωση στην εικόνα αντιστοιχεί στο Εγώ. Δηλαδή το Εγώ συγκροτείται μέσα από μια αλλοτριωτική ταύτιση, τη βάση της οποίας αποτελεί η αρχική έλλειψη πληρότητας στο σώμα και το νευρικό σύστημα.

Επομένως, το Εγώ συνιστά πάντοτε μια μη αυθεντική οργάνωση, της οποίας η λειτουργία αποσκοπεί στη συγκάλυψη μιας ενοχλητικής έλλειψης ενότητας. Η θεωρία του «σταδίου του καθρέφτη» δεν παρέμεινε στατική. Ο Lacan διαρκώς επανερχόταν εμπλουτίζοντας και διαφοροποιώντας σημεία. Αυτή ήταν μια πάγια τακτική με την οποία προσέγγιζε το έργο και την πρακτική του, χαρακτηριστικό που συνέβαλε στο να γίνει το έργο του ακόμη πιο δυσπρόσιτο και δύσβατο. Όμως αυτό ήταν το πιο προσδιοριστικό του χαρακτηριστικό. Έκανε κριτική δίχως έλεος σε όλο του το έργο, υποσκάπτοντας διαρκώς όλες τις βεβαιότητες που είχε κατακτήσει. Αυτό το ονόμαζε Επιθυμία, και πρέσβευε ότι η μόνη αμαρτία που μπορεί να διαπράξει ο άνθρωπος είναι να προδώσει την Επιθυμία του.

Ο Lacan αναδύεται μέσα από το έργο του ως ο άνθρωπος που δε μοιάζει καθόλου με το στερεότυπο του πτωματοποιημένου αναλυτή, του ανθρώπου χωρίς πάθη, ουδέτερου, ελεγχόμενου, κλεισμένου στην ασφάλεια του γραφείου του, ως ανθρώπου αποκομμένου από την Επιθυμία του. Το ασυγκράτητο της Επιθυμίας -όπως ανάγεται σε εμπεριστατωμένη θεωρία μέσα από την κλινική πρακτική- είναι το μη προσδιορίσιμο του ανθρώπου που δεν συνθηκολογεί με τις συμβάσεις και τους περιορισμούς της συγκατάβασης, προτάσσει αντί αυτού μια καθολική κατάφαση στις ατραπούς της ζωής, του έρωτα και της δημιουργίας και το αποδεικνύει μέχρι και την τελευταία στιγμή, αφού ένα χρόνο πριν από το θάνατό του δε διστάζει -για ακόμη μία φορά- να νιώθει αρκετά ζωντανός και ακμαίος και να τολμήσει να ξαναρχίσει τη ζωή του σε μια νέα βάση.

Η διάλυση (1980) και το τέλος (1981)

Το 1980 ο Lacan θα διαλυσει την ψυχαναλυτική σχολή που είχε ιδρύσει, αφήνοντας εμβρόντητη την ψυχαναλυτική κοινότητα. Είναι πια 79 ετών και στην απόλυτη κορυφή της καταξίωσης και της φήμης του. Προέβη σε αυτή την κίνηση διότι διαπίστωσε ότι η μετάδοση της ψυχανάλυσης είχε λιμνάσει, και ότι η ψυχαναλυτική κοινότητα είχε κυριαρχηθεί από αδράνεια και εφησυχασμό. Όμως δεν έμεινε εκεί. Για άλλη μια φορά, η ανεκδιήγητη ορμή του για ζωή θα πρυτανεύσει. Δεν θα αρκεστεί στο γκρέμισμα, αλλά θα ολοκληρώσει την πράξη του με την ίδρυση μιας νέας σχολής, την Ecole de la Cause Freudienne (Σχολή Φροϋδικού Αιτίου), η οποία και συνεχίζει το έργο του παγκοσμίως. Ο Lacan πέθανε στις 9 Σεπτεμβρίου 1981, περίπου ένα χρόνο έπειτα από τη σύσταση της νέας σχολής. Έβλεπε αναλυόμενους μέχρι και τις τελευταίες ημέρες της ζωής του.