Εργαστήριο: «Από το ασυνείδητο στο ομιλούν σώμα»Εισηγήτρια: Μαρίνα Φραγκιαδάκη | Κέντρο Ψυχαναλυτικών Ερευνών
Η Στέγη του Κόσμου (Le Toit du monde), René Magritte Πηγή: Wikimedia Commons
Το Όνειρο
Το όνειρο και η μελέτη των ονείρων έχει ιδιαίτερη αξία και πολύ σημαντική θέση στη λειτουργία της ψυχανάλυσης. Το 1900 ο Freud με το μνημειώδες έργο του “Η ερμηνεία των ονείρων” αναδεικνύει τη βαρύτητα που έχουν τα όνειρα για την ψυχική ζωή του ανθρώπου, καταδεικνύοντας τη λειτουργία και τη σύστασή τους ως πλήρεις νοήματος φορείς για τον ψυχισμό και τις ενδόμυχες εσωτερικές συγκρούσεις. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το όνειρο έχει πάρει τον τίτλο της “βασιλικής οδού προς το ασυνείδητο”, μια που διαμέσου του ονείρου ερχόμαστε σε επαφή με όλο εκείνο το ενορμητικό υλικό που έχει απωθηθεί και έχει αποκλειστεί από τη συνείδηση.
Ακριβώς λόγω αυτού του μηχανισμού της απώθησης, το όνειρο εκδηλώνεται μέσα από τρεις διαφορετικές μορφοποιήσεις. Αυτές είναι: το λανθάνον περιεχόμενο, η ονειρική διεργασία, και το έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου. Το έκδηλο περιεχόμενο είναι αυτό που βλέπουμε, θυμόμαστε και μπορούμε να αφηγηθούμε. Το λανθάνον περιεχόμενο είναι το ασυνείδητο υλικό που έχει απωθηθεί. Η ονειρική διεργασία αναλαμβάνει να μετατρέψει το ασυνείδητο υλικό και να το περάσει από τη λογοκρισία της απώθησης, μεταποιώντας το. Αυτό γίνεται πρωτίστως μέσα από τους μηχανισμούς της συμπύκνωσης, της μεταφοράς, της μετωνυμίας κλπ., στο έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου.
Η διαδικασία της ερμηνείας ακολουθεί την ακριβώς αντίστροφη διαδρομή. Ξεκινάμε από το έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου, προσπαθώντας να το αποκωδικοποιήσουμε. Ανασυστήνοντας τις διεργασίες του ονείρου, προσπαθούμε να φτάσουμε στο λανθάνον περιεχόμενο ή έστω να αγγίξουμε τις συντεταγμένες του.
Τα όνειρα δεν ερμηνεύονται σε απόλυτο βαθμό. Υπάρχει πάντα ένας σκληρός πυρήνας που αντιστέκεται και ονομάζεται ομφαλός του ονείρου. Η βασική λειτουργία του ονείρου είναι να διασφαλίσει τον ύπνο, δηλαδή βλέπουμε όνειρα για να συνεχίσουμε να κοιμόμαστε.
Ακολουθεί ένα πολύ σημαντικό όνειρο για την ψυχανάλυση (από την “Ερμηνεία των ονείρων”) και εν συνεχεία μια απόπειρα να το προσεγγίσουμε.
«Πατέρα, δεν βλέπεις ότι καίγομαι;»
Οι συνθήκες πριν από αυτό το υποδειγματικό όνειρο έχουν ως εξής: Ένας πατέρας αγρυπνούσε μέρες και νύχτες στο κρεβάτι του άρρωστου παιδιού του. Όταν το παιδί πέθανε, πήγε να αναπαυθεί στο διπλανό δωμάτιο, άφησε όμως ανοιχτή την πόρτα, για να βλέπει προς τον χώρο με το φέρετρο του παιδιού του, που περιστοιχιζόταν από μεγάλα κεριά. Ένας ηλικιωμένος άντρας κλήθηκε να φυλάξει τον νεκρό· κάθεται πλάι του μουρμουρίζοντας προσευχές. Ο πατέρας, αφού κοιμήθηκε μερικές ώρες, ονειρεύθηκε ότι το παιδί στέκεται πλάι στο κρεβάτι του, τον πιάνει από το μπράτσο του και του ψιθυρίζει επικριτικά: Πατέρα, δεν βλέπεις ότι καίγομαι; Ξύπνησε και είδε μια φωτεινή λάμψη προερχόμενη από το δωμάτιο του νεκρού· τρέχει και βρίσκει τον γηραιό φύλακα αποκοιμισμένο, ενώ τα σάβανα και ένα μπράτσο του μονάκριβου νεκρού είχαν καεί από ένα αναμμένο κερί που είχε πέσει.
«Πατέρα, δεν βλέπεις ότι καίγομαι;» - ένα σχόλιο
«Είμαστε από την ύλη που είναι φτιαγμένα τα όνειρα και τη ζωούλα μας την περιβάλλει ολόγυρα ο ύπνος»
Σαίξπηρ - Τρικυμία
«Αν δεν μπορώ να λυγίσω τις ανώτερες δυνάμεις, θα κινήσω τον Αχέροντα».
Υποτιτλίζοντας με αυτή την φράση το έργο του «Η ερμηνεία των ονείρων» και αναγράφοντας ως χρόνο έκδοσης το 1900 -αν και το έργο κυκλοφόρησε νωρίτερα- ο Freud προφανώς υποψιαζόταν και ο ίδιος ότι επρόκειτο για ένα μνημειώδες, ένα βιβλίο του αιώνα, δηλώνοντας το 1931 στον πρόλογο της τρίτης αγγλικής έκδοσης: «τέτοιες ιδέες έρχονται σε ένα θνητό μόνο μία φορά στη ζωή του». Ένα θεμελιώδες έργο, μια ρηξικέλευθη πρόταση που θα καταξιώσει το όνειρο ως πλήρες νοήματος συστατικό στοιχείο στην ψυχική ζωή και θα καθιερώσει την ψυχανάλυση, προκρίνοντάς την σε ψυχολογία του βάθους, και διαφοροποιώντας την από το ψυχοθεραπευτικό μοντέλο.
Τα δεδομένα
Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα όνειρο απλό, που έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον μας όχι εξαιτίας της αδιαφάνειας, της πλούσιας δράσης ή των δαιδαλωδών συνθέσεων τις οποίες επιχειρούμε να αποκρυπτογραφήσουμε, αποκαλύψουμε κλπ. Αντιθέτως. Η ερμηνεία αυτού του απλού, ωστόσο καθηλωτικού σε περιεχόμενο και εξαιρετικά χυμώδους ως προς την ερμηνευτική πολλαπλότητα ονείρου, μας παρακινεί να ασχοληθούμε μαζί του -αναμφίβολα- λόγω της ιδιαιτερότητάς του. Ένα όνειρο που σίγουρα δεν θέτει ζητήματα πλοκής. Παράλληλα, ένα όνειρο που έχει διατηρήσει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά που κάνουν το (κάθε) όνειρο να αποκλίνει αισθητά από την άγρυπνη σκέψη μας και μας προκαλεί την ανάγκη της επεξήγησης, όπως τονίζει ο Freud, και προσθέτει ότι το περιεχόμενό του πρέπει να είναι υπερκαθορισμένο και τα λόγια του παιδιού πρέπει να έχουν συντεθεί από λόγια που είχε εκφέρει πράγματι στη ζωή και συνδέονται με γεγονότα σημαντικά για τον πατέρα που μας είναι άγνωστα, αλλά που θα είχαν ισχυρό συναισθηματικό φορτίο. Το παιδί εμφανίζεται ως νεκρό, συμπεριφέρεται όμως σαν ζωντανό, με το σφρίγος και το μπρίο αλλοτινών εποχών, υπενθυμίζοντας απαιτητικά στον πατέρα, τραβώντας τον από το μπράτσο, όπως θα έκανε ίσως, σε εκείνη την ανάμνηση, εικάζει ο Freud, από την οποία ίσως, το όνειρο δανείζεται το πρώτο μέρος από τα λόγια του νεκρού παιδιού. Εδώ, εντοπίζεται η εκπλήρωση μιας επιθυμίας σύμφωνα με τον Freud, χάρη στην οποία ο πατέρας παρέτεινε έστω και για μια στιγμή τον ύπνο του, μια που το όνειρο έδειχνε ακόμη μια φορά το παιδί ζωντανό. Σε διαφορετική περίπτωση, θα ήταν σα να είχε συντομεύσει τη διάρκεια ζωής του παιδιού, κατά τούτη τη μία στιγμή, επισημαίνει.
Εφόσον γνωρίζουμε ήδη από τα δεδομένα του ονείρου τις συναρτώμενες ονειρικές λειτουργίες ως προς το ψυχικό γίγνεσθαι, είναι σίγουρα άξιο διερώτησης, το πώς και γιατί προκύπτει ένα όνειρο εκείνη ακριβώς τη στιγμή, υποσκελίζοντας τον χαρακτήρα της άμεσης -αμεσότατης- επιταγής αφύπνισης και επέμβασης του πατέρα, προς αποφυγή μιας μακάβριας έκβασης. Στο σημείο αυτό γεννιέται το ερώτημα, τι να είναι άραγε αυτό που προνομιοποιεί το όνειρο έναντι στην άγρυπνη συνθήκη, έστω και γι’ αυτή την ελαχιστότατη σε διάρκεια, ωστόσο ειδοποιό παράταση. Τι είναι, εν τέλει, αυτό που αποκτά προτεραιότητα έναντι του φλέγοντος πραγματικού.
Rendez-vous με την τύχη
Η λειτουργία της τύχης, με την Αριστοτελική έννοια, είναι η συνάντηση με το πραγματικό πέρα από την επάνοδο των σημείων, πέρα από την επιμονή των επιστροφών, το πραγματικό πέρα από την απαλοιφή του κοινού παρανομαστή της απόλαυσης, πέρα και πίσω από το αυτόματο. Και είναι σαφές, τονίζει ο Lacan, ότι σε όλη την έρευνα του Freud είναι αυτό που τον απασχολεί.
Το πραγματικό σαν συνάντηση, συνάντηση στο μέτρο που μπορεί να αποτύχει, παρουσιάστηκε αρχικά στην ιστορία της ψυχανάλυσης με μια μορφή που, σχολιάζει ο Lacan, από μόνη της εγείρει την προσοχή μας – με τη μορφή του τραυματισμού. Το πραγματικό παρουσιάστηκε με τη μορφή εκείνου του αναφομοίωτου που υπάρχει μέσα του, με τη μορφή του τραύματος, το οποίο επικαθορίζει ολόκληρη τη συνέχειά του επιβάλλοντας (του) μιαν αφετηρία φαινομενικά συμπτωματική, ωστόσο απολύτως επίμονη ως προς την επαναφορά της. Συνεπώς, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με το ερώτημα: πως το όνειρο – φορέας της επιθυμίας του υποκειμένου - μπορεί να παράγει αυτό που κάνει να αναδύεται (επαναληπτικά) το τραύμα;
Ας συμπεράνουμε λοιπόν, προτρέπει ο Lacan, ότι όσο πολύ κι αν διυλιστεί το σύστημα της πραγματικότητας, πάντα θα μένει ανέγγιχτη μία συστάδα από την αρχή της ευχαρίστησης, ένα κατακάθι, ένα ισχνό υπόλοιπο ουσίας, που είναι ωστόσο απόλυτα πραγματικό. Είναι αυτά τα σημεία μέσα στο πραγματικό που ονομάζω συναντήσεις, συνεχίζει, που μας κάνουν να συλλαμβάνουμε την πραγματικότητα ως κάτι που είναι εδώ και υποφέρει, εδώ και υπομένει, με τον καταναγκασμό να κυβερνά τους ελιγμούς της πρωτογενούς διαδικασίας. Το πραγματικό που μεταγγίζεται από το τραύμα στην φαντασίωση, στο μέτρο που η φαντασίωση δεν είναι ποτέ παρά η οθόνη που αποκρύβει κάτι το εντελώς πρωταρχικό, καθοριστικό μέσα στη λειτουργία της επανάληψης, απόλυτα συσχετιζόμενο με την πρωτογενή διαδικασία, την οποία θα χρειαστεί να συλλάβουμε μέσα στην εμπειρία της ρήξης, αυτή την αχωροχρονική σκηνή, την ανάμεσα στην αντίληψη και τη συνείδηση.
Η πραγματική πραγματικότητα
Επιστρέφοντας πάλι πίσω στο όνειρο και στις ασταθείς ανταύγειες του πραγματικού, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με δύο ερωτήματα. Το πρώτο είναι το δεδομένο ότι κάτι ξυπνά τον δυστυχή πατέρα, που είναι τελικά τι; είναι μονάχα η πραγματικότητα του διπλανού δωματίου, η αφύπνιση από τον οπτικό ερεθισμό μιας λάμψης, ένα ερέθισμα που αναδεικνύει τη σχεδόν ταυτόσημη πραγματικότητα με αυτήν που θα συλλάμβανε και η άγρυπνη αντίληψη; Το δεύτερο ερώτημα που προκύπτει είναι: τι είναι εκείνο που ξυπνά; Τι είναι εκείνο που αφυπνίζεται, εκείνη ακριβώς την τόσο ξεχωριστή στιγμή, όπου το υποκείμενο αρχίζει να ονειρεύεται υπό την επήρεια αυτής της λάμψης που, φαινομενικά, είναι αυτή που τον ξυπνά; Δεν είναι μέσα στο όνειρο ένας άλλος χώρος, δεν είναι μέσα στο όνειρο μια άλλη πραγματικότητα;
Μια πραγματικότητα όπου το νεκρό παιδί σκουντάει επιπληκτικά τον πατέρα του, λέγοντάς του «πατέρα, δεν βλέπεις ότι καίγομαι;» μια πραγματικότητα περισσότερο πραγματική τονίζει ο Lacan, μια αποτυχημένη πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που σπονδυλώνεται από μια φράση που ενδεχομένως διαιωνίζει για τον πατέρα αυτές τις παντοτινά διαχωρισμένες από το νεκρό παιδί του λέξεις, που θα του είχαν ειπωθεί ίσως, υποθέτει ο Freud, εξαιτίας του πυρετού – αλλά ποιος ξέρει, ίσως αυτές οι λέξεις να διαιωνίζουν τις τύψεις στον πατέρα για την αστοχία να επιλέξει κάποιον ικανό να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, κάποιον ικανό απέναντι στο καθήκον του. Και μήπως το όνειρο δεν είναι, τονίζει ο Lacan, η αποδιδόμενη τιμή στη χαμένη πραγματικότητα; μια πραγματικότητα που είναι αδύνατον να συμβεί, παρά μόνον συμβαίνοντας επ’ άπειρον σε ένα ξύπνημα, το οποίο επ’ άπειρον αδυνατεί να επιτευχθεί. Έτσι, η συνάντηση, πάντοτε αποτυχημένη, πέρασε στη σκηνή που ανοίγεται ανάμεσα στο όνειρο και το ξύπνημα, ανάμεσα στο νεκρό παιδί και στον πατέρα, έναν πατέρα που ονειρεύτηκε μόνο για να μην ξυπνήσει.
Trieb, ο αυλός του δαυλού
Μονάχα στο όνειρο μπορεί να συμβεί αυτή η πραγματικά μοναδική συνάντηση, μας λέει ο Lacan, μονάχα στην ονειρική αφήγηση ενεστοποιείται η επιθυμία μέσα από την παραστατική απώλεια του αντικειμένου, αντηχώντας ένα υπερπέραν μέσα στο όνειρο. Η εκκίνηση του ονείρου και το ξύπνημα μάς δείχνει την αφύπνιση της συνείδησης του υποκειμένου, μέσα στην παράσταση εκείνου που συνέβη – το δυσάρεστο ατύχημα της πραγματικότητας, που δεν απομένει πια παρά να αντιμετωπιστεί, συμπληρώνει.
«πατέρα δεν βλέπεις ότι καίγομαι;»
Αυτή η σπαρακτικού εκτοπίσματος φράση είναι από μόνη της δαυλός και προκαλεί την εκτυφλωτική πυρκαγιά εκεί που πέφτει, με αποτέλεσμα να μην «φαίνεται» πια αυτό που καίγεται, γιατί οι φλόγες μας τυφλώνουν, επιτρέποντας να δούμε μόνο την εκτυφλωτική διάσταση αυτού που συμβαίνει, αυτού που φωτίζει η φωτιά, και αυτό είναι το πραγματικό. Από την άλλη πλευρά, διευκρινίζει ο Lacan, αυτές οι στάχτες, αυτή η πραγματικότητα δεν είναι λίγο, μια που χάρη σε αυτήν αφυπνίζεται η άλλη πραγματικότητα, η κρυμμένη πίσω από την έλλειψη αυτού που αντικαθιστά την παράσταση – είναι το Trieb (ενόρμηση), μας λέει ο Freud.
Να κάτι που θα χαρακτηρίζαμε ως ο αυλός του δαυλού, μια στίξη, μία επωδός που αναδεικνύει τους τόπους του διφορούμενου στη λειτουργία της αφύπνισης, καθώς και της λειτουργίας του πραγματικού, μέσα στο παρά-κράτος της αφύπνισης.
Βιβλιογραφία
Η ερμηνεία των ονείρων, Σ. Φροϋντ, εκδ. Επίκουρος
Το Σεμινάριο, βιβλίο ΧΙ, κεφ. Ε΄, Ζ. Lacan, εκδ. Κέδρος